ἐξετάσω

ἐξετάζω
examine well
aor subj act 1st sg
ἐξετάζω
examine well
fut ind act 1st sg
ἐξετάζω
examine well
aor subj act 1st sg
ἐξετάζω
examine well
fut ind act 1st sg
ἐξετάζω
examine well
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)
ἐξετάζω
examine well
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κἀξετάσω — ἐξετάσω , ἐξετάζω examine well aor subj act 1st sg ἐξετάσω , ἐξετάζω examine well fut ind act 1st sg ἐξετάσω , ἐξετάζω examine well aor subj act 1st sg ἐξετάσω , ἐξετάζω examine well fut ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανατέμνω — (Α ἀνατέμνω) κόβω, σχίζω ανθρώπινο σώμα νεοελλ. αποκόβω όργανα από πτώμα για να τα εξετάσω, εκτελώ ανατομικές εργασίες 2. εξετάζω σχολαστικά, αναλύω λεπτομερειακά αρχ. 1 κατακόπτω, ξεσχίζω 2. χαράζω, ανοίγω …   Dictionary of Greek

  • γουρούνι — το (Μ γουρούνιον και γουρούνιν) 1. χοίρος 2. άνθρωπος βρόμικος και άξεστος 3. φρ. «αγοράζω γουρούνι στο σακί» παίρνω οτιδήποτε χωρίς να το εξετάσω. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. γουρούνι < μσν. γουρούνι(ο) ν < αρχ. γρώνα «θηλυκό γουρούνι» (Ησύχ.) (αν… …   Dictionary of Greek

  • επισκέπτομαι — (AM ἐπισκέπτομαι) [σκέπτομαι] 1. πηγαίνω στο σπίτι κάποιου για να τόν δω, να τόν χαιρετήσω, να τού ευχηθώ κ.λπ. («ἠσθένησα, καί ἐπισκέψασθέ με», ΚΔ) 2. (για γιατρό) πηγαίνω σε άρρωστο για να τόν εξετάσω 3. (για αξιωματούχους) επιθεωρώ νεοελλ.… …   Dictionary of Greek

  • καταψεύδομαι — (AM) λέω ψέματα, ισχυρίζομαι ψεύτικα, προφασίζομαι («καὶ καταψεύδου καλῶς ὡς ἔστι Σεμέλης», Ευρ.) αρχ. 1. κατηγορώ κάποιον λέγοντας ψέματα, διαβάλλω («παῡσαί μου πρὸς τὸν βασιλέα καταψευδόμενος», Πλούτ.) 2. προσποιούμαι, υποκρίνομαι («ἃ… …   Dictionary of Greek

  • μάτι — Το αισθητήριο όργανο της όρασης, με το οποίο γίνεται αντιληπτό το φως, το σχήμα και το χρώμα των φωτιζόμενων αντικειμένων. Ο άνθρωπος φέρει δύο οφθαλμικούς βολβούς, οι οποίοι καταλαμβάνουν τις οφθαλμικές κόγχες. Έχουν χαρακτηριστικό σφαιροειδές… …   Dictionary of Greek

  • ορκύπτω — ὀρκύπτω (Α) στέκομαι στις μύτες τών ποδιών μου και γέρνω μπροστά προκειμένου να εξετάσω κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για σύνθ. λ., β συνθετικό τής οποίας είναι το ρ. κύπτω «γέρνω, σκύβω», ενώ το α συνθετικό ανάγεται πιθ. στο θ. τού ὄρνυμι «σηκώνω,… …   Dictionary of Greek

  • σακί — το / σακκίον, ΝΑ, και αττ. τ. σακίον Α [σάκ(κ)ος] (με υποκορ. σημ.) μικρός σάκος νεοελλ. 1. (χωρίς υποκοριστική σημ.) σάκος που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση, φύλαξη ή μεταφορά διάφορων χύμα αντικειμένων, τσουβάλι 2. (κατ επέκτ.) το… …   Dictionary of Greek

  • χρηστηριάζω — Α [χρηστήριος] 1. χρησμοδοτώ 2. (συν. μέσ.) χρηστηριάζομαι α) συμβουλεύομαι μαντείο, ζητώ και παίρνω χρησμό («ἐπειρώτα δὲ τάδε χρηστηριαζόμενος», Ηρόδ.) β) (σε συνεκφ. με τη δοτ. θεῷ) επερωτώ κάποιον θεό γ) (σε συνεκφ. με τη δοτ. ἱροῑσι) προλέγω… …   Dictionary of Greek

  • (ε)ξετάζω — εξέτασα, εξετάστηκα, εξετασμένος, μτβ. 1. βλέπω κάτι με προσοχή, ερευνώ προσεκτικά για ανακάλυψη της αλήθειας, ελέγχω κάτι για να το γνωρίσω ή να το καταλάβω καλά: Εξετάζω το καινούριο μηχάνημα. 2. (για δασκάλους), προσπαθώ με γραπτή ή προφορική… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.